AgiosFilipos20πῆρξε ἕνας ἀπό τούς δώδεκα. Καί μάλιστα ἐπίλεκτο μέλος τῆς ἁγίας αὐτῆς ὁμάδος.
Τήν πρώτη γνωριμία του μέ τόν Χριστό μᾶς τήν παρουσιάζει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μέ τοῦτα τά λόγια: «Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τήν Γαλιλαίαν· καί εὑρίσκει Φίλιππον καί λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι» (Ἰωαν. α’ 44).
Βρισκόταν στήν Ἰουδαία ὁ Κύριος.
Ὕστερα ἀπό τό βάπτισμά Του καί τήν τεσσαρακονθήμερη νηστεία Του στήν ἔρημο καί τούς πειρασμούς Του ἀπό τόν διάβολο, νικητής ἀποφασίζει νά ἀναχωρήσει ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία γιά τήν ἔναρξη τοῦ ἔργου Του.
Ἐκεῖ, σάν ἔφθασε, βρῆκε μεταξύ τῶν πρώτων τόν Φίλιππο, πού ἦταν ἀπό τή Βηθσαϊδά, τήν ἴδια πόλη ἀπό τήν ὁποία καταγόντουσαν καί οἱ ἄλλοι δύο Ἀπόστολοι καί ἀδελφοί, Ἀνδρέας καί Πέτρος.
Ἡ μικρή αὐτή πόλη βρισκόταν στίς ἀνατολικές ὄχθες τῆς λίμνης Τιβεριάδος καί ἀξιώθηκε νά προσφέρει στόν Κύριο ἕνα σημαντικό ἀριθμό ἀπό τούς Ἀποστόλους Του. Πτωχοί καί ἁπλοϊκοί ἄνθρωποι ἤσαν ὅλοι αὐτοί.
Ὅμως ὁ Κύριος τέτοιους ἐργάτες κατά κανόνα διαλέγει γιά τή διακονία Του. Ἀνθρώπους ταπεινούς καί καλοδιάθετους.
Καί αὐτούς, «τά μωρά του κόσμου... καί ἐξουθενωμένα» κατά τόν θεῖο Ἀπόστολο Παῦλο, δηλαδή τούς ἀνθρώπους αὐτούς πού ὁ κόσμος θεωρεῖ μωρούς καί περιφρονημένους, μ’ αὐτούς ὁ Κύριος καταντροπιάζει ἐκεῖ νοῦς, πού, ὁ κόσμος πάλι, θεωρεῖ σοφούς καί μεγάλους καί δυνατούς.
Τήν ἁγνή καί πρόθυμη διάθεση εἶδε ὁ Κύριος στά βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ Φιλίππου καί αὐτήν ἐξετίμησε καί ἔσπευσε νά τοῦ μιλήσει καί νά τοῦ ἀπευθύνει τήν τιμητική πρόσκληση: «Ἀκολούθει μοι». Πόσο διαφορετικά ἀλήθεια εἶναι τά ἀνθρώπινα κριτήρια ἀπό τά κριτήρια τοῦ πανσόφου Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι συνήθως κρίνουμε «κατ’ ὄψιν». Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος ἐλέγχει τόν τρόπο αὐτό τῆς κρίσεως μέ τό «μή κατ’ ὄψιν κρίνετε παράνομοι». Ὁ πάνσοφος Θεός κρίνει ἀπό τίς διαθέσεις πού κρύβουμε ὁ καθένας στήν ψυχή μας. Καί γιά τοῦτο ἡ κρίση του εἶναι πάντα ὀρθή καί ἀσφαλισμένη.

Τήν ἀξία αὐτῆς τῆς κρίσεως τήν βλέπουμε ἀμέσως στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὁ Φίλιππος ἔσπευσε νά ἀνταποκριθεῖ στήν ἱερή πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ, χωρίς κανένα ἐνδοιασμό, ἀλλά μέ ἐνθουσιασμό καί ζηλευτή προθυμία ἀφήνει τά πάντα καί ἀκολουθεῖ τόν Κύριο. Ἀφήνει ἐργασία, γονεῖς, φίλους καί γνωστούς, σπίτι, μικρή ἔστω περιουσία καί σπεύδει νά γίνει ἕνας ἀκόλουθος τῆς συντροφιᾶς τοῦ Ἰησοῦ. Κάπως παράξενη ἡ σπουδή του νά ἀκολουθήσει τόν Κύριο, θά σκεφθεῖ ἴσως κάποιος. Παράξενη μπορεῖ νά φαίνεται. Ἂν θελήσουμε ὅμως νά προσέξουμε καί νά ἐμβαθύνουμε λίγο στά λόγια τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη, ἡ ἀπορία αὐτή θά διασκεβασθεῖ ἀμέσως. «Ἦν δέ ὁ Φίλιππος ἀπό Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καί Πέτρου». (Ἰωάν. α’ 45). Ὁ Φίλιππος δηλαδή καταγόταν ἀπό τή Βηθσαϊδά, ἀπό τήν πατρίδα τοῦ Ἀνδρέα καί τοῦ Πέτρου. Ἰδού τό μυστικό τῆς προθυμίας τοῦ Φιλίππου νά ἀκολουθήσει τόν Κύριο. Ἦταν συμπολίτης τοῦ Ἀνδρέα. Καί ὁ Ἀνδρέας ἦταν μία ἀπό τίς εὐγενικές ἐκεῖνες καρδιές πού μέ λαχτάρα περίμενε τόν Μεσσία. Ὁ πόθος του αὐτός τόν ἔσπρωξε νά γίνει καί μαθητής τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστή. Καί αὐτά πού ἄκουε ἀπό τήν φωνή «τοῦ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ», φρόντιζε νά τά μεταφέρει συχνά καί νά τά κάμνει γνωστά καί στούς ἄλλους. Πόση καλοσύνη καί εὐγένεια ψυχῆς δέν φανερώνει τοῦτο τό παράδειγμα! Μά καί πόσο ἱεραποστολικό ζῆλο γιά τήν εὐτυχία καί τήν σωτηρία τῶν ἄλλων!
Ὑπάρχει στίς δικές μας καρδιές, ἀλήθεια, αὐτό τό ἐνδιαφέρον καί αὐτός ὁ πόθος, ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία μας νά γίνει καί τῶν γνωστῶν καί τῶν χωριανῶν μας κτῆμα; Τό παράδειγμα τοῦ ζηλωτή ψαρά, τοῦ Ἀνδρέα, αὐτό μᾶς συνιστᾶ. Καί τήν σύσταση αὐτή ἀξίζει ὄχι μονάχα νά τήν προσέξουμε οἱ χριστιανοί τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, μά καί νά τήν κάνουμε τό ταχύτερο ζωή μας.
Ὁ καθένας ἀπό μᾶς, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, εἴμαστε ἁλάτι καί φῶς γιά τούς γύρω μας. Πρέπει νά εἴμαστε τέτοιοι. «Ὑμεῖς ἔστε τό ἅλας τῆς γῆς...Ὑμεῖς ἔστε τό φῶς τοῦ κόσμου...» (Ματθ. ε’ 13 – 14). Τό ἁλάτι νοστιμίζει τά φαγητά. Τό ἁλάτι ἀκόμη προλαμβάνει τήν σήψη. Σάν τό ἁλάτι οἱ πραγματικοί χριστιανοί μέ τά λόγια τους καί τό παράδειγμά τους νοστιμίζουν τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων πού εἶναι γύρω τους, ἀλλά καί ἐμποδίζουν τήν ἠθική σαπίλα ἀπό τοῦ νά ἐξαπλωθεῖ καί νά διαλύσει τά πάντα. Οἱ χριστιανοί εἶναι ἀκόμη καί φῶς. Φῶς πού φωτίζει καί θερμαίνει καί ζωογονεῖ καί ὀμορφαίνει τόν κόσμο. Καί αὐτοί μέ τά λόγια τους καί πρό πάντων τά ἔργα τους καλοῦνται νά εἶναι φῶς μέσα στήν κοινωνία. Ἕνα φῶς πνευματικό, πού νά φωτίζει, νά θερμαίνει καί νά ζωογονεῖ τήν κοινωνία. Εἶναι καιρός οἱ ἀληθινοί μαθητές τοῦ Κυρίου καί γνήσιοι ἀκόλουθοί Του νά προβάλλουν παντοῦ αὐτή τους τήν ἰδιότητα. Τό ἀπαιτοῦν οἱ δύσκολοι καιροί πού περνοῦμε. Τό ζητᾶ ἀπό ὅλους ὁ φλογερός Ἀπόστολος, πού μελετοῦμε. Ναί! αὐτό ἔκαμε ὁ Φίλιππος. Αὐτό ἔκαμε πρωτύτερα καί ὁ Ἀνδρέας.
Ὅταν ὁ τελευταῖος μαζί μέ τόν Ἰωάννη τόν εὐαγγελιστή γνώρισε τόν Κύριο καί κλήθηκε πρῶτος νά γίνει μαθητής Του, φρόντισε ἀμέσως τήν χαρά του νά τήν μοιρασθεῖ μέ τόν ἀδελφό του Πέτρο. Ἀδελφέ μου, τοῦ εἶπε, «εὐρήκαμεν τόν Μεσσίαν». Ναί! Βρήκαμε Ἐκεῖνον, πού περιμέναμε. Βρήκαμε τόν Χριστό. Ἔτσι ἑρμηνεύεται στά Ἑλληνικά ἡ λέξη Μεσσίας.
Τό παράδειγμα τοῦ Ἀνδρέα ἐπαναλαμβάνει καί ὁ Φίλιππος. Μόλις καί αὐτός κλήθηκε νά ἀκολουθήσει τόν Ἰησοῦ, σπεύδει καί αὐτός νά κάμει κοινωνό τῆς χαρᾶς του τόν φίλο του Ναθαναήλ. Πόσο ἁπλά μᾶς ἐκθέτει ὁ θεῖος εὐαγγελιστής τήν χειρονομία αὐτή τοῦ Φιλίππου! «Εὑρίσκει Φίλιππος τόν Ναθαναήλ καί λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ καί οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Ἰωσήφ τόν ἀπό Ναζαρέτ» (Ἰωάν. α’ 46). Ναθαναήλ φίλε μου, βρήκαμε αὐτόν γιά τόν ὁποῖον ἔγραψαν ὁ Μωϋσῆς καί οἱ Προφῆτες. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ γιός τοῦ Ἰωσήφ ἀπό τή Ναζαρέτ. Ὅταν στά παλιά τά χρόνια ὁ ἀρχαῖος ἐκεῖνος σοφός, ὁ Ἀρχιμήδης, ἀνεκάλυψε, σάν ἐλούετο, τόν περίφημο ἐκεῖνο νόμο τῆς Φυσικῆς, πού εἶναι γνωστός σάν ἀρχή τοῦ Ἀρχιμήδους, πετάχτηκε ἔξω ἀπό τό λουτρό καί τρελός ἀπ’ τήν χαρά του ἄρχισε νά τρέχει γυμνός μέσα στήν πόλη καί νά φωνάζει «Εὕρηκα. Εὕρηκα». Μεγάλη ἡ ἀνακάλυψή του. Αὐτό ὅμως πού βρῆκε ὁ Φίλιππος ἦταν κάτι τό ἀσύγκριτα πιό μεγάλο καί πολυτιμότερο. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ θησαυρός τῶν θησαυρῶν. Εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς. Γι’ αὐτό καί τό «εὐρήκαμεν», πού εἶπε στόν ἀδελφικό του φίλο Ναθαναήλ ὁ Φίλιππος, φανερώνει χαρά πολύ πιό μεγάλη. Χαρά ἀνέκφραστη. Χαρά, πού μόνο ἐκεῖνοι πού ἦλθαν σέ προσωπική ἐπαφή μέ τόν Χριστό, μποροῦν νά δοκιμάζουν καί νά γνωρίζουν.
Καί δέν ἦταν μόνο μιά ἔκφραση χαράς τά λόγια τοῦ Φιλίππου «Εὐρήκαμεν». Ἦταν καί κάτι ἄλλο. Ἦταν μία πρόσκληση. Πρόσκληση νά γνωρίσει καί ὁ φίλος του τήν χαρά του καί νά τήν δοκιμάσει. Κι ὅταν πάλι ὁ φίλος του Ναθαναήλ μέ κάποια ἐπιφύλαξη τοῦ πρόβαλε τό γνωστό: «Ἐκ Ναζαρέτ δύναται τί ἀγαθόν εἶναι;», «μά ἀπό τή Ναζαρέτ, τήν πόλη τῆς ἁμαρτίας καί τῆς διαφθορᾶς, εἶναι δυνατό νά βγεῖ κάτι τό καλό;» ὁ Φίλιππος δέν τά χάνει. Μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα σέ ὅτι λέγει, τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἔρχου καί ἴδε». Φίλε μου, ἔλα κι ἐσύ νά δεῖς μέ τά μάτια σου καί νά ἀντιληφθεῖς μοναχός σου αὐτό πού σοῦ λέω. Νά βεβαιωθεῖς δηλαδή καί νά πιστοποιήσεις καί σέ ἄλλους, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Ναζαρέτ εἶναι αὐτός πού περιμέναμε, ὁ Μεσσίας, ὁ Σωτῆρας τῶν ἀνθρώπων. Πλησίασε τόν Χριστό καί σέ λίγο διαπίστωνε καί ὁ ἴδιος καί ὁμολογοῦσε μέ τήν περίφημη φράση «ραββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» τό πιστεύω του. Δηλαδή, Διδάσκαλε, στ’ ἀλήθεια, σύ εἶσαι ὁ γιός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶσαι ὁ βασιλιάς τοῦ Ἰσραήλ, πού μέ ὁδηγό τίς προφητεῖες περιμέναμε. Καί δέν ὁμολογεῖ μονάχα τόν Ἰησοῦ σάν τόν ἄνθρωπο τῶν προφητειῶν, μά καί τόν ἀκολουθεῖ καί γίνεται ἕνας ἀπό τούς δώδεκα μαθητές Του, ὁ γνωστός καί μέ τό ἄλλο ὄνομα Βαρθολομαῖος.
Τρία χρόνια παρακολούθησε ὁ Φίλιππος τόν Κύριο. Τρία χρόνια ἀκούει τήν διδασκαλία Του καί παρακολουθεῖ τά θαύματά Του. Τρία χρόνια δέχεται τήν εὐεργετική Του ἐπίδραση καί ἐνισχύεται στό ἔργο πού τόν περιμένει.
Μερικά περιστατικά ἀπό τή ζωή του κοντά στόν Ἰησοῦ, μᾶς δείχνουν τόν ζῆλο του, ἀλλά καί τίς ἀδυναμίες του. Μᾶς δείχνουν ἀκόμη καί τήν ἰδιαίτερη θέση πού κατέχει ἡ προσωπικότητά του στόν κύκλο τῶν δώδεκα. Τά περιστατικά αὐτά θεωρήσαμε σκόπιμο νά παραθέσουμε πιό κάτω, γιά νά τά μελετήσουμε. Μᾶς λένε τόσα πολλά.
Στίς παραμονές τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου, ὡς προσκυνητές ἦλθαν στά Ἱεροσόλυμα καί πολλοί Ἕλληνες προσήλυτοι στόν ἰουδαϊσμό. Αὐτοί μέ ὅσα εἶχαν ἀκούσει γιά τόν Κύριο, ἔνοιωσαν στήν καρδιά τους βαθύ τόν πόθο γιά νά τόν γνωρίσουν καλύτερα καί νά ἔχουν μαζί Του μιά ἰδιαίτερη συνομιλία. Στήν περίπτωση αὐτή τό ὄνομα τοῦ Φιλίππου, ὄνομα ἑλληνικό, τούς ἔδωκε τό θάρρος νά τόν πλησιάσουν καί νά τοῦ φανερώσουν τήν ἐπιθυμία τους: «Κύριε, τοῦ εἶπαν, θέλομεν τόν Ἰησοῦν ἰδείν». Κύριε, θέλουμε νά ἰδοῦμε τόν Ἰησοῦ. Νά ἡ παράκληση πού τοῦ ἀπηύθυναν. Παράκληση καί ἐπιθυμία ζηλευτή καί ἀξιοπρόσεκτη. Καί ὁ Φίλιππος, πού ἤθελε τήν χαρά, πού ἔνοιωθε αὐτός μέ τό νά ἀκολουθεῖ τόν Κύριο καί νά ἀκούει τά θεία λόγια Του, νά τήν δοκιμάζουν καί ἄλλοι, ἔσπευσε νά συνεννοηθεῖ σχετικά μέ τόν ἀγαπητό του Ἀνδρέα καί ὕστερα μαζί νά ὁδηγήσουν τούς Ἕλληνες στόν Ἰησοῦ. Τί θέματα κουβέντιασαν οἱ πρόγονοί μας μέ τόν Κύριο κατά τή συνάντησή τους ἐκείνη δέν γνωρίζουμε. Αὐτό πού γνωρίζουμε εἶναι πώς ὁ Κύριος σάν εἶδε τούς Ἕλληνες νά πλησιάζουν εἶπε τά τιμητικά καί θαυμαστά ἐκεῖνα λόγια: «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθῆ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰωάν. ιβ’ 23). Ἔφτασε δηλαδή ἡ ὁρισμένη ἀπό τόν Θεό ὤρα, γιά νά δοξασθεῖ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου. Νά δοξασθεῖ μέ τή Σταύρωση καί τήν Ἀνάληψή Του καί νά ἀναγνωρισθεῖ ὡς Μεσσίας καί Λυτρωτής ἀπό τούς Ἕλληνες, πού τήν στιγμή αὐτή ἀντιπροσωπεύουν καί ὅλο τόν ἐθνικό κόσμο. Εὐλογημένη καί μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη. Ναί! πολύ μεγάλη. Γιατί ἂν ἡ προσέλευση τῶν ἐθνῶν στόν Χριστό καί τήν διδασκαλία Του ἀποτελεῖ μία νίκη καί ἕνα θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἔργου Του, ὁ ἐρχομός τῶν Ἑλλήνων στήν πίστη τήν χριστιανική ἔχει κάτι τό πολύ ἀνώτερο. Αὐτοί, οἱ Ἕλληνες, ἔδωσαν στόν Κύριο ὄχι μόνο τήν γλώσσα τους, ἀλλά καί τούς πιό πολλούς ζηλωτές ἱεραποστόλους γιά τήν ἐξάπλωση τοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος στόν κόσμο.
Ὡς ἄνθρωπο μέ χαρακτήρα πολύ πρακτικό μᾶς παρουσιάζουν τόν Φίλιππο δύο ἄλλα περιστατικά, πού μᾶς διέσωσε ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης.
Τό ἕνα περιστατικό συνέβη ἔξω στήν ἐρημιά. Εἶχε μεταβεῖ ἐκεῖ ὁ Διδάσκαλος ἕνα πρωί μέ τούς μαθητές του γιά λίγη ξεκούραση. Μά οἱ κάτοικοι τῶν γειτονικῶν πόλεων, πού σάν διψασμένα ἐλάφια Τόν κυνηγοῦσαν, γιά νά ἀκούσουν τά λόγια Του καί νά ἀπολαύσουν τίς δωρεές Του, ὅταν ἀντελήφθησαν τό μέρος πού βρισκόταν ἔσπευσαν πρός Αὐτόν. Καί ὁ Κύριος, ἰκανοποιώντας τόν ζῆλο καί τήν προθυμία τους, πέρασε τήν ἡμέρα μαζί τους διδάσκοντάς τους καί θεραπεύοντας τούς ἀρρώστους πού εἶχαν φέρει. Πλάκωσε σχεδόν ἡ νύχτα καί κανένας δέν εἶχε διάθεση νά σηκωθεῖ καί νά φύγει. Ὅμως ὁ κόσμος ἐκεῖνος ἔπρεπε κάτι νά φάγει. Ἦταν νηστικός ὅλη μέρα. Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος στήν περίπτωση αὐτή κάλεσε τόν Φίλιππο κοντά Του, πού διακρινόταν γιά τό πρακτικό του μυαλό καί τόν ρώτησε:
«Πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν αὐτοί;». Ἀπό ποιό μέρος, Φίλιππε, θά ἀγοράσουμε ψωμιά γιά νά φάγουν ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι;»
Στό ἐρώτημα αὐτό τοῦ Κυρίου, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ Φίλιππος ἀπήντησε: «Διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκούσιν αὐτοίς ἵνα ἕκαστος αὐτῶν βραχύ τί λάβῃ». Ψωμιά ἀξίας διακοσίων δηναρίων δέν φτάνουν σ’ αὐτούς, ὄχι γιά νά χορτάσουν, ἀλλά γιά νά πάρει ὁ καθένας ἀπό ἕνα μικρό κομμάτι. Φυσικά ὁ Κύριος ὑπέβαλε τήν ἐρώτηση αὐτή στόν Φίλιππο, ὄχι γιατί Αὐτός δέν ἤξερε τί νά κάμει. Τό Θαῦμα τό εἶχε ἀποφασίσει στήν καρδιά Του. Τό ἐρώτημα τό ὑπέβαλε ἁπλῶς γιά νά δείξει σ’ αὐτόν, ὅσο καί στούς ἄλλους μαθητές, μά καί σ’ ὅλες τίς γενεές τῶν ἀνθρώπων, ὅτι καί τά πιό ἀδύνατα στά μάτια τῶν ἀνθρώπων πράγματα, μποροῦν νά γίνουν δυνατά, ἂν οἱ ἄνθρωποι στίς περιπτώσεις αὐτές ἀγκαλιάσουν μέ τήν καρδιά τους τόν παντοδύναμο παράγοντα, πού λέγεται πίστη ζωντανή στόν Χριστό. Μέ τήν πίστη καί τά πιό ἀδύνατα γίνονται δυνατά. Ἂν οἱ ἄνθρωποι ἀφήσουμε νά ἀναπτυχθεῖ στήν καρδιά μας πίστη ἴση μέ τόν κόκκο τοῦ σιναπιοῦ, μποροῦμε μ’ αὐτήν νά μετακινήσουμε ἀκόμη καί βουνά.
Θά ἐρωτήσει ἴσως κάποιος. Μήπως ὁ Φίλιππος μέ τό πρακτικό του μυαλό πείσθηκε ἀπόλυτα γιά τήν δύναμη αὐτοῦ τοῦ παράγοντα, ποῦ λέγεται πίστη, μέ τό θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ ἐκείνου τοῦ πλήθους μέ τόν τρόπο πού ὅλοι γνωρίζουμε; Δυστυχῶς, ὄχι ἀπόλυτα καί ἀμέσως. Αὐτό μᾶς τό βεβαιώνει τό δεύτερο ἐπεισόδιο. Καί σ’ αὐτό, τό ἴδιο πρακτικό μυαλό ἐκδηλώθηκε καί πάλι.
Ἦταν ἡ νύχτα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Γιά τελευταία φορά πρό τοῦ Πάθους Του δειπνεῖ ὁ Κύριος μέ τούς μαθητές Του. Γύρω ἀπό τό πασχαλινό τραπέζι κάθονται ὅλοι. Μέ τίς ὁμιλίες Του καί τίς διδαχές Του ὁ Κύριος προσπαθεῖ νά προπαρασκευάσει τούς μαθητές Του γιά τά ὅσα ἔμελλαν σέ λίγο νά ἀκολουθήσουν. Ἡ ὅλη ἀτμόσφαιρα παίρνει τόν χαρακτήρα μιᾶς ἀποχαιρετιστήριας τελετῆς. Μιᾶς τελετῆς κατά τήν ὁποία ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει στούς μαθητές του οὐράνιες ἀλήθειες. Τούς λέγει πώς προτοῦ ξημερώσει κάποιος μαθητής θά Τόν προδώσει, οἱ ἄλλοι θά Τόν ἐγκαταλείψουν καί αὐτός ὁ Πέτρος, πού Τοῦ ὑποσχόταν ἀγάπη μέχρι θανάτου, καί αὐτός θά Τόν ἀρνιόταν.
Ὁ Κύριος ὅμως ποτέ δέν θά τούς ἐγκατέλειπε. «Δέν θά σᾶς ἀφήσω, τούς εἶπε, ὀρφανούς. Γι’ αὐτό μή ταράσσεσθε. Θά δοκιμάσετε βαθιά λύπη μέ τήν φυγή μου ἀπό κοντά σας, ὅμως σύντομα ἡ λύπη σας θά μετατραπεῖ σέ χαρά. Φεύγω γιά τόν Πατέρα μου. Πάω στό σπίτι μου. Πάω νά ἑτοιμάσω ἐκεῖ τόπο καί γιά σᾶς. Τό μέρος στό ὁποῖο πηγαίνω τώρα, τό ξέρετε καί ἐσεῖς. Ξέρετε ἀκόμη καί τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ ἐκεῖ».
Σέ τοῦτο τό σημεῖο ὁ Θωμᾶς τόν διέκοψε γιά νά τοῦ πεῖ: «Κύριε, δέν ξέρουμε πού πηγαίνεις καί πῶς εἶναι δυνατό νά ξέρουμε τόν δρόμο;» Τήν στιγμή αὐτή ὁ Φίλιππος, ποῦ παρακολουθοῦσε μέ ἐνδιαφέρον τήν ὅλη συζήτηση, σπεύδει νά διακόψει λέγοντας; «Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα καί ἀρκεῖ ἡμῖν» (Ἰωάν. ιδ’ 8). Κύριε, εἶπες, πώς θά πᾶς στόν Πατέρα σου. Δεῖξε μας μέ μιά ἀποκαλυπτική ὀπτασία τόν Πατέρα Σου καί τήν δόξα Του, ὥστε νά Τόν δοῦμε καί ἐμεῖς ὅπως παλιά τόν εἶδαν ὁ Μωϋσῆς κι ὁ Ἠσαΐας καί μᾶς εἶναι ἀρκετό αὐτό. Δέν θέλουμε περισσότερα. Τό πρακτικό μυαλό τοῦ Φιλίππου αὐτό ζητοῦσε.
Βαθιά εὐγνωμοσύνη ὅμως πρέπει νά νοιώθει κάθε καρδιά στόν ζηλωτή Ἀπόστολο, γιατί μέ τήν ἁπλότητά του, ἔδωσε τήν εὐκαιρία στόν Κύριο νά διακηρύξει γιά τό πρόσωπό Του: «Τοσούτον χρόνον μεθ’ ὑμῶν εἰμί, καί οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἐωρακῶς ἐμέ, ἐώρακε τόν Πατέρα, καί πῶς σύ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τόν Πατέρα;». (Ἰωάν. ιδ’ 9). Τόσο καιρό εἶμαι μαζί σας, Φίλιππε, καί ἀκόμη δέν μέ γνώρισες; Δέν γνώρισες δηλαδή ὅτι εἶμαι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, Θεός ὅπως ὁ Πατέρας; Ἐκεῖνος πού εἶδε ἐμένα καί ἐξετίμησε ὅπως πρέπει τήν ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας μου καί τήν ἁγιότητα τῆς ζωῆς μου καί τήν δράση μου τή θαυματουργική, εἶδε καί τόν Πατέρα. Καί πῶς σύ λέγεις: Δεῖξε μας τόν Πατέρα;
Νά οἱ ἀδυναμίες τοῦ πρακτικοῦ πνεύματος. Οἱ ἄνθρωποι δυστυχῶς, πού σκέπτονται μ’ αὐτόν τόν τρόπο, ἀπαιτοῦν συνήθως ὑλικές ἀποδείξεις καί ζητοῦν νά ἱκανοποιήσουν τίς αἰσθήσεις τους γιά ὅλα τά θέματα. Ἡ παραγνώριση ὅμως τοῦ πνευματικοῦ παράγοντα ὁδηγεῖ πάντα σέ λανθασμένα συμπεράσματα.
Τά πιό πάνω λόγια τοῦ Κυρίου πρός τόν Φίλιππο ἀποτελοῦν φυσικά ἕνα λεπτό ἔλεγχο πρός τόν ζηλωτή μαθητή. Περιλαμβάνουν ὅμως δογματική διδασκαλία, ὑψίστης στ’ ἀλήθεια σημασίας. Τρία χρόνια κοντά στόν Κύριο, καί ὕστερα ἀπό τά ὅσα εἶδε καί ἄκουσε δέν ἐπετρέπετο σ’ αὐτόν νά ὑποβάλει τέτοιες ἐρωτήσεις. Ἂς τό δεχθοῦμε ὅμως καί αὐτό, σάν μία παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, γιά νά δοθεῖ ἡ εὐκαιρία στόν Κύριο νά ἀποκαλύψει τίς ἀλήθειες αὐτές, πού ὅσο καί ἂν πολεμήθηκαν ἀπό πλείστους αἱρετικούς δέν παύουν νά παραμένουν καί σήμερα καί σ’ ὅλους τούς αἰῶνες ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος καί τό ἀσάλευτο θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Ὁ Χριστός εἶναι τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ὁμοούσιος μέ τόν Πατέρα. Γιά τήν δική μας τήν σωτηρία ἀφῆκε τήν δόξα τοῦ οὐρανοῦ καί κατέβηκε στήν γῆ σάν ἄνθρωπος καί ἔγινε «ὑπέρ ἡμῶν κατάρα», γιά νά μᾶς ἐξαγοράσει ἀπό τήν κατάρα τῆς ἁμαρτίας καί νά μᾶς ἀνεβάσει στόν οὐρανό.
Μέ τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὅλες αὐτές φυσικά οἱ ἀδυναμίες τῶν μαθητῶν πέρασαν. Μαζί μέ τούς ἄλλους Ἀποστόλους καί ὁ Φίλιππος ξεκίνησε γιά νά μεταφέρει τό μήνυμα τῆς σωτηρίας ἐκεῖ πού ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τόν κάλεσε. Μέ πίστη καί ἐνθουσιασμό καί πυρωμένη καρδιά ὁ πνευματέμφορος αὐτός ἐργάτης τῆς νέας πίστεως συνοδευόμενος πάντα καί ἀπό τόν φίλο του Βαρθολομαῖο καί τήν ἀδελφή του Μαριάμνη προχώρησε καί κήρυξε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σέ διάφορες πόλεις τῆς Λυδίας, τῆς Μυσίας καί τῆς Παρθίας. Λυδία καί Μυσία. Ἐπαρχίες τῆς Μ. Ἀσίας. Ἡ Λυδία βρισκόταν πρός τά Ν.Δ. καί ἡ Μυσία στά βόρεια τῆς Μ. Ἀσίας. Ἡ Παρθία ἦταν ὀρεινή χώρα στά νοτιανατολικά τῆς Κασπίας θάλασσας. Οἱ κάτοικοι Πάρθοι.
Παρά τίς ἀφάνταστες δυσκολίες πού συναντοῦσαν ὅπου πήγαιναν καί τά ἐμπόδια πού ὁ διάβολος παρενέβαλλε στό ἔργο τους, ἐν τούτοις οἱ Ἀπόστολοι νικοῦσαν στό τέλος καί τό ἔργο τοῦ Κυρίου προχωροῦσε μέρα μέ τήν ἡμέρα. Πολύ συνέβαλαν στήν προσπάθειά τους καί τά πολλά θαύματα μέ τά ὁποῖα τούς χαρίτωσε ὁ Κύριος. Θαύματα θεραπείας διαφόρων ἀσθενειῶν, ἀλλά καί ἀναστάσεως νεκρῶν. Ἕνα τέτοιο θαῦμα εἶναι καί τοῦτο:
Βρισκόταν ὁ Ἀπόστολος μέ τήν συνοδεία του στήν Ἱεράπολη τῆς Φρυγίας. Ἐκεῖ ὁ μισόκαλος διάβολος βλέποντας τόν ἑαυτό του νικημένο, παρεκίνησε μερικούς νά συλλάβουν τόν Ἀπόστολο καί νά τόν βασανίσουν. Δεμένο τόν ὁδήγησαν πρῶτα στό δικαστικό βουλευτήριο. Ἐκεῖ ὁ ἔπαρχος Ἀρίσταρχος σάν τόν εἶδε ἐφρύαξε κυριολεκτικά. Νομίζεις, τοῦ λέγει, πῶς μπορεῖς νά τρομάξεις καί ἐμένα μέ τίς μαγικές σου πράξεις;
Καί χωρίς ἄλλο λόγο τόν ἅρπαξε ἀπό τά μαλλιά καί ἄρχισε νά τόν σέρνει ἐδῶ καί ἐκεῖ καί νά τόν βασανίζει. Στήν ἐνέργεια αὐτή τοῦ ἀσεβή ἔπαρχου ὁ Ἀπόστολος δέν κρατήθηκε. Γιά νά τόν σωφρονίσει, ἀλλά καί γιά νά δώσει ἕνα μάθημα καί στούς ἄλλους πού παρακολουθοῦσαν τόν βασανισμό του, φώναξε δυνατά κι εἶπε:
– Κύριε, γνωρίζω τήν εὐσπλαγχνία σου. Ὄχι γιά νά ἱκανοποιηθῶ γιά τήν ἀδικία πού μοῦ γίνεται, ἀλλά γιά νά σωφρονισθεῖ ὁ σκληρός αὐτός ἄρχοντας γιά ὅτι μοῦ κάμνει, μά καί νά γνωρίσουν καί οἱ ἄλλοι τήν δύναμή Σου καί νά ἰδοῦν, ὅτι δέν εἶσαι μόνο ἀγάπη, ἀλλά καί τιμωρός τῶν κακῶν, δῶσε νά παραλύσει τοῦτο τό χέρι, πού κτυπᾶ στήν κεφαλή, πού σύ εὐλόγησες.
Μόλις τέλειωσε τόν λόγο του ὁ θεῖος Ἀπόστολος τό θαῦμα ἔγινε. Βαριά τιμωρία κτύπησε τόν ἀναιδή καί ἄδικο ἄρχοντα. Τό χέρι ξεράθηκε. Καί ἀκόμη τό ἕνα μάτι του τυφλώθηκε καί τά αὐτιά του κουφάθηκαν. Στό θέαμα αὐτό οἱ παρευρισκόμενοι τρόμαξαν καί μέ συντριβή ψυχῆς ἄρχισαν νά παρακαλοῦν τόν Ἀπόστολο νά τόν σπλαγχνιστεῖ καί νά τόν ξανακάμει καλά. Στήν παράκλησή τους ὁ ἀνεξίκακος μαθητής τόνισε:
– Ὁ ἄρχοντας μπορεῖ νά γίνει καλά, ἀρκεῖ τόσο αὐτός, ὅσο καί ἐσεῖς νά πιστέψετε στόν ἀληθινό Θεό καί στόν Ἰησοῦ Χριστό πού ἔστειλε καί ἔπαθε γιά μᾶς.
Μιά νεκρική πομπή, πού περνοῦσε τήν ὥρα ἐκείνη ἀπό τό μέρος ἐκεῖνο, σταμάτησε ξαφνικά. Μερικοί μάλιστα ἀπ’ αὐτούς, πού συνόδευαν τόν νεκρό καί ἔτυχε νά εἶναι φίλοι κι ὁμοϊδεάτες τοῦ ἄρχοντα, στράφηκαν μέ διάθεση ἐκδικήσεως στόν Ἀπόστολο καί τοῦ εἶπαν εἰρωνικά:
— Ἂν ὁ Θεός σου μπορεῖ νά ἀναστήσει τοῦτο τόν νεκρό, πού παίρνουμε νά θάψουμε, τότε νά Τόν πιστέψουμε καί ἐμεῖς καί ὁ Ἀρίσταρχος, ὁ ἄρχοντάς μας.
Συγκλονισμένος ὁ Ἀπόστολος ἀπό τήν πρότασή τους, σήκωσε τά μάτια στόν οὐρανό καί ἀφοῦ ἔκαμψε τά γόνατα, ἀνέπεμψε μυστικά μιά ὁλόθερμη προσευχή. Ὕστερα, ἀφοῦ στράφηκε πρός τόν νεκρό πού βρισκόταν στό φέρετρο, τόν κάλεσε μέ τό ὄνομά του καί τοῦ εἶπε:
- Θεόφιλε, ὁ Παντοδύναμος Θεός σέ διατάζει νά σηκωθεῖς καί ἐλεύθερα νά πεῖς ὅτι θέλεις.
Εὐλογητός ὁ Θεός! Τό θαῦμα ἔγινε στήν στιγμή. Ὁ νεκρός σηκώθηκε ἀπό τό φέρετρο, πετάχτηκε κάτω, καί ἀφοῦ γονάτισε μπροστά στόν Ἀπόστολο τοῦ εἶπε μ’ ἕναν ἀναστεναγμό βαθιάς ἀνακουφίσεως.
Σ’ εὐχαριστῶ, καλέ μου ἄνθρωπε. Σ’ εὐχαριστῶ, ἅγιε τοῦ Θεοῦ, γιά τήν σωτηρία πού μοῦ χάρισες. Μερικοί μαῦροι καί ἀπαίσιοι μέ ἔσερναν ἀπό τά χέρια, γιά νά μέ ρίξουν στήν Κόλαση. Ἡ παρέμβασή σου μέ γλίτωσε. Θά ἔφευγα ἀπό τοῦτο τόν κόσμο ἁμαρτωλός, χωρίς νά ξέρω τήν ἀλήθεια. Καί ἡ ἀλήθεια εἶναι μία. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός πού κηρύττεις εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Πιστεύω καί ἐγώ στόν Χριστό μέ ὅλη μου τήν ψυχή.
Τό θαῦμα συντάραξε τά πλήθη. Τό κάλεσμα τοῦ νεκροῦ μέ τό ὄνομά του καί ἡ ἀνάστασή του συνεκίνησε ὅσους βρίσκονταν ἐκεῖ, πού χωρίς κανένα δισταγμό πίστεψαν στόν Χριστό καί ἀναφώνησαν:
– Ἄνθρωπέ μας, πιστεύουμε, πώς ὁ Θεός, τόν ὁποῖο Σύ κηρύττεις, εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Τώρα, βοήθησέ μας νά σωθοῦμε καί συγχώρησε καί τόν ἄρχοντα.
Τότε ὁ Ἀπόστολος, ἀφοῦ κατάπαυσε μέ τό χέρι του τόν θόρυβο, παρήγγειλε σ’ ἕναν ἀπό τούς ἄρχοντες πού συνόδευαν τόν νεκρό νά κάμει τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ πάνω στόν Ἀρίσταρχο καί νά ζητήσει τήν βοήθεια τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ ἄρχοντας ἔκαμε ὅτι τοῦ εἶπε ὁ Ἀπόστολος καί ἡ θεραπεία ἀκολούθησε. Ὁ Ἀρίσταρχος ἔγινε ἀμέσως τελείως καλά. Τό ἀποτέλεσμα συγκινητικό. Πολλοί ζήτησαν καί βαπτίσθηκαν τήν ἴδια ὥρα. Πρῶτος ὁ πατέρας τοῦ ἀναστηθέντος νεκροῦ, πού λεγόταν Πρέφικτος καί ἦταν καί αὐτός ἕνας ἀπό τούς ἄρχοντες τῆς πόλεως. Μετά τήν βάπτισή του ὁ ἀναγεννημένος πιά ἄνθρωπος ἔδωσε στόν Ἀπόστολο τούς δώδεκα χρυσούς θεούς πού εἶχε στό σπίτι του μαζί μέ τά ἄλλα ὑπάρχοντά του, γιά νά τά διαμοιράσει στούς φτωχούς καί νά τά χρησιμοποιήσει, ὅπως αὐτός ἔκρινε καλύτερα.
Πόσο ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀφήσει ἐλεύθερη τήν καρδιά του νά τήν καταυγάσει τό φῶς καί ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ! Γι’ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶναι πού ἐφαρμόζεται ἀπόλυτα ὁ λόγος τοῦ ψαλμωδοῦ: «Αὐτή ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου». (Ψαλμ. ος’ (οζ’) 11). Ναί! Αὐτή ἡ ἀλλοίωση καί μεταβολή πού γίνεται στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἔργο τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.
Γιά χρόνια πολλά συνέχισε ἡ εὐλογημένη αὐτή ὁμάδα τό ἀνορθωτικό καί σωστικό ἔργο της στίς διάφορες πόλεις τῶν ἐπαρχιῶν πού ἀναφέραμε. Τά ἀποτελέσματα, στ’ ἀλήθεια, θαυμαστά. Ὅπου «ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις» (Ρωμ. ε’ 20). Ἐκεῖ πού πληθύνθηκε ἡ ἁμαρτία, δόθηκε πολύ πιό ἄφθονη ἡ χάρη. Ἐκεῖ πού ἡ ἁμαρτία εἶχε σχεδόν ἀποκτηνώσει τά θύματά της, ἕνας καινούργιος κόσμος ἀναγεννᾶται. Ὁ κόσμος τῆς καλοσύνης καί τῆς ἀγάπης. Ὁ κόσμος ὁ ὄμορφος, ὁ ἀγγελικά πλασμένος. Ὁ κόσμος τῆς ἀρετῆς. Ἡ ἄλλοτε χριστιανική Μ. Ἀσία.
Ἔφτασε ὅμως ὁ καιρός νά ἐπικυρώσει ὁ θεῖος Ἀπόστολος τά ὅσα δίδασκε καί μέ τήν θυσία τῆς ζωῆς του. Ἦρθε ὁ καιρός νά μαρτυρήσει. Ἐκεῖ στήν Ἱεράπολη τῆς Φρυγίας μία ἡμέρα πού δίδασκε, μερικοί φανατικοί εἰδωλολάτρες τόν συνέλαβαν καί ἀφοῦ τόν βασάνισαν σκληρά, τόν ὁδήγησαν στούς ἄρχοντες. Μιά ψευτοδίκη κατέληξε στήν ἀπόφαση ὁ Ἀπόστολος νά θανατωθεῖ. Οἱ δήμιοι, πού περίμεναν, ἅρπαξαν τόν Φίλιππο, τοῦ ἔδεσαν τούς ἀστραγάλους καί τόν κρέμασαν σ’ ἕνα δένδρο μέ τό κεφάλι πρός τά κάτω. Ὕστερα πῆραν καί τόν Βαρθολομαῖο καί ἀφοῦ τόν βασάνισαν καί αὐτόν, τόν κρέμασαν. Τόν Ἀπόστολο Φίλιππο τόν σταύρωσαν. Ἡ ἀδελφή του Μαριάμνη μέ πόνο ψυχῆς παρακολουθεῖ τό μαρτύριο τοῦ ἀδελφοῦ της καί τοῦ ἄλλου Ἀποστόλου καί προσεύχεται νά τούς δώσει ὁ Θεός δύναμη καί ὑπομονή. Ἕνας σεισμός πού ἔγινε τήν ὥρα ἐκείνη ἔδειξε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στούς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ ἀλλεπάλληλες δονήσεις πού ἔγιναν σέ ὁλόκληρη τήν χώρα κατατρόμαξαν τά πλήθη πού ἔτρεξαν μέ δάκρυα νά ζητήσουν συγχώρηση ἀπό τούς Ἀποστόλους. Ὁ Κύριος στίς παρακλήσεις τῶν ἐργατῶν του σταμάτησε τό σεισμό καί μέ μία θαυμαστή ὀπτασία τούς ἔδωκε μία ἀκόμη ἀπόδειξη τῆς θείας του δυνάμεως. Μιά σκάλα παρουσιάστηκε ἐκεῖ νά ἑνώνει τήν γῆ μέ τόν Οὐρανό. Τά πλήθη ἔτρεξαν καί κατέβασαν τό Βαρθολομαῖο ἀπό ἐκεῖ πού ἦταν κρεμασμένος. Ὅταν θέλησαν νά κατεβάσουν καί τόν Φίλιππο ἀπό τόν Σταυρό, αὐτός δέν δέχθηκε, ἀλλά συνέχισε νά διδάσκει τά πλήθη πού ἦσαν γύρω καί νά τά προτρέπει νά μετανοήσουν καί νά βαπτισθοῦν. Διδάσκοντας ἄφησε τήν Ἁγία του ψυχή νά πετάξει στόν οὐρανό, στή χώρα τῆς αἰωνιότητας. Ὁ Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος καί ἡ Μαριάμνη πῆραν τό τίμιο λείψανο καί τό ἔθαψαν μαζί μέ ἐκείνους πού πίστεψαν καί βαφτίστηκαν, μέ σεβασμό καί εὐλάβεια ραίνοντάς το μέ τά δάκρυα τῆς ἀγάπης τους. Τό σεπτό σκήνωμα τοῦ Ἀποστόλου γιά πολλά χρόνια στόλισε τόν Ἱερό Ναό πού εἶχε κτισθεῖ στήν Ἱεράπολη πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου. Ἡ δέ Ἁγία Κάρα του τιμήθηκε ἀπό διάφορους αὐτοκράτορες, ὅπως τόν Θεοδόσιο, τόν Ἡράκλειο καί ἄλλους μέ τίς βασιλικές σφραγίδες τους.
Μετά τήν ἅλωση τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων ἀπό τούς Λατίνους κατά τό 1204 τό σεπτό λείψανο μεταφέρθηκε στήν Κύπρο καί γιά πολλά χρόνια φυλασσόταν στό χωριό Ἄρσος, τό χωριό αὐτό λέγεται ἐπίσημα καί Ἀρσινόη τῆς Πάφου, στόν Ἱερό Ναό πού κτίστηκε ἐκεῖ πρός τιμή τοῦ Ἀποστόλου. Ἀργότερα ἕνα μέρος τῶν λειψάνων γιά εὐλογία διανεμήθηκε σέ διάφορα μέρη. Ἡ θήκη δέ μέ τήν Ἱερή Κάρα πρό τοῦ 1788 γιά μεγαλύτερη, τάχατες, ἀσφάλεια μετακομίσθηκε στήν Ἱερά Μονή τοῦ Σταυροῦ στό Ὅμοδος. Ἐκεῖ φυλάσσεται μέχρι σήμερα.
Σέ χρόνια περασμένα, πού τό νησί της Κύπρου, μέσα στά τόσα ἄλλα, τό ἔδερνε καί ἐπιδημία ἀκρίδων, οἱ πατέρες μας μετέφεραν τήν θήκη μέ τήν Ἁγία Κάρα μέχρι τή Μεσαορία καί ἔκαμναν ἁγιασμό, καί ἐράντιζαν τά σπαρτά καί τά δένδρα, γιά νά τά ἀπαλλάξουν ἀπό τήν ἀληθινή αὐτή μάστιγα.
Θαύματα πολλά γίνονται καί στίς ἡμέρες μας σέ ὅσους μέ βαθιά πίστη καταφεύγουν στόν Κύριο καί μέ εὐλάβεια ἐκζητοῦν τή μεσιτεία τοῦ πνευματέμφορου Ἀποστόλου.
Σέ κείνους πού γιά ὁποιονδήποτε λόγο δυσκολεύονται ν’ ἀποδεχθοῦν τούτη τήν ἀλήθεια καί προτιμοῦν νά ζοῦν μέ τίς ἀμφιβολίες καί τίς ἐπιφυλάξεις, τούς ὑπενθυμίζουμε μέ ἀγάπη μία ὑπόδειξη πολύ ἀποτελεσματική, πού ἔκαμε κάποτε ὁ φλογερός Ἀπόστολός μας στόν φίλο του Ναθαναήλ. Στήν δυσκολία του ν’ ἀποδεχθεῖ καί αὐτός τήν πληροφορία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μεσσία, πού μέ λαχτάρα περίμεναν ὅλες οἱ εὐλαβεῖς ψυχές, ὁ Φίλιππος μέ ἁπλότητα ὑπέδειξε τό «ἔρχου καί ἴδε». Τήν ἴδια αὐτή ὑπόδειξη ἀπευθύνει καί σήμερα στόν καθένα μας ὁ πρακτικός Ἀπόστολος. Εἶναι μία συμβουλή γιά ἕνα θετικό πειραματισμό. Εἶναι καί μία πρόσκληση συγχρόνως νά δοκιμάσει ὁ κάθε ἄνθρωπος τή χριστιανική διδασκαλία καί ζωή.
«Ἔρχου καί ἴδε». Τρεῖς λέξεις μέ ὑπέροχη σημασία. «Ἔρχου». Ἄνθρωπε, διψᾶς νά γνωρίσεις τήν ἀλήθεια; Ἔλα. Πλησίασε. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀλήθεια. «Ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». (Ἰωάν. ιδ’ 6), διακηρύττει ὁ ἴδιος. Ἡ προσωπική γνωριμία σου μέ τόν Χριστό θά σέ πείσει ἀπόλυτα ὅτι ἡ διδασκαλία Του εἶναι ἡ μοναδική ἀλήθεια πού λύει ὅλα τά μεγάλα προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ ξεκουράζει τήν ψυχή. Τόν ἥλιο δέν τόν χαίρεται ποτέ κάποιος σάν μένει ἑρμητικά κλειστός σ’ ἕνα δωμάτιο. Εἶναι ἀνάγκη νά ἀνοίξει τό παράθυρο. Καί τόν Χριστό δέν μπορεῖ κανένας νά Τόν καταλάβει ἀπό μακριά. Πρέπει νά πλησιάσει. Καί νά δεῖ καί νά γνωρίσει. Πρέπει νά λουσθεῖ στίς ζωογόνες Του ἀκτίνες. Κάτι περισσότερο. Πρέπει νά ζήσει τόν Χριστό καί νά ὑποτάξει τόν ἑαυτό του καί τό θέλημά του στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει νά μπορεῖ νά λέγει σάν τόν Παῦλο: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».
Ἔλα, λοιπόν, ἀδελφέ μου, καί «ἴδε». Ὅταν μέ τέτοιες διαθέσεις πλησιάσουμε τόν Χριστό, τότε θά δοῦμε καί ἐμεῖς μέ τά μάτια μας καί θά διακηρύξουμε μέ ὅλη τήν δύναμη τῶν πνευμόνων μας αὐτό πού διακήρυξε καί ὁ ἁγνός στήν ψυχή Ναθαναήλ: «ραββί, σύ εἶ ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰωάν. α’ 50).
Ὅσο πιό γρήγορα ὁ καθένας μας σπεύσει νά ἀποδεχθεῖ τούτη τή σωστική ἀλήθεια καί νά πλησιάσει τόν Χριστό καί νά τόν πιστεύσει γιά Θεό καί Σωτήρα του, τόσο καί πιό γρήγορα ὑπάρχει ἐλπίδα νά βγοῦμε ἀπό τόν λαβύρινθο στόν ὁποῖο οἱ ἴδιοι κλειστήκαμε. Νά βγοῦμε, γιά νά ξαναδοῦμε τό φῶς τῆς ζωῆς, καί νά γευτοῦμε τήν χαρά καί νά λυτρωθοῦμε ἀπό τό ἄγχος πού μᾶς δέρνει, μά καί τόν φόβο μιᾶς ὁλοκληρωτικῆς αὐτοκαταστροφῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἔλλαμψιν, τοῦ Παρακλήτου, εἰσδεξάμενος, πυρός ἐν εἴδει, παγκοσμίως ὡς ἀστήρ ἀνατέταλκας, καί τῆς ἀγνοίας τόν ζόφον διέλυσας, τῇ θείᾳ αἴγλῃ Ἀπόστολε Φίλιππε. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ δεόμεθα, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως.
Ὁ μαθητής καί φίλος σου, καί μιμητής τοῦ πάθους σου, τῇ οἰκουμένῃ Θεόν σε ἐκήρυξεν, ὁ θεηγόρος Φίλιππος. Ταῖς αὐτοῦ ἱκεσίαις, ἐξ ἐχθρῶν παρανόμων τήν Ἐκκλησίαν σου, διά τῆς Θεοτόκου συντήρησον Πολυέλεε.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ἐν τῷ Υἱῷ τῷ Πατρικῷ φωτί ἑώρακας
Πατρός τήν δόξαν ὡς τοῦ Πνεύματος κειμήλιον
Καθά ᾔτησας Ἀπόστολε θεορρῆμον.
Ἀλλ’ ὡς μύστης τῆς Χριστοῦ συγκαταβάσεως
Πολύτροπον συμφορῶν ἡμᾶς ἀπάλλαξον
Τούς βοῶντάς σοι, χαίροις ἔνδοξε Φίλιππε.

Μεγαλυνάριον.
Φίλος καί Ἀπόστολος εὐκλεής, τοῦ καί μέχρι δούλου, κενωθέντος ἀναδειχθείς, Φίλιππε θεόπτα, ἐκήρυξας ἐν κόσμῳ, τήν τούτου ὑπέρ λόγον, ἄρρητον κένωσιν.

footer
  • Κυριακή 19 Νοεμβρίου Αβδιού προφήτου, Βαρλαάμ, Αγαπίου, Ηλιοδώρου και Ευφημίας μαρτύρων


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ